παλαίωση

η (ΑΜ παλαίωσις [παλαιώ]
νεοελλ.
1. (τροφ.-τεχνολ.) σύνολο μεταβολών που υφίστανται ορισμένα ποτά, όταν διατηρούνται υπό καθορισμένες συνθήκες, και οι οποίες τούς προσδίδουν νέα γευστικά και αρωματικά χαρακτηριστικά
2. φρ. α) «παλαίωση σπόρου»
(γεωπ.) μέθοδος φυσικής απολύμανσης τού σπόρου, ο οποίος δεν σπέρνεται αμέσως αλλά φυλλάσεται επί ορισμένα έτη, με αποτέλεσμα ο εμπεριεχόμενος σ' αυτόν παθογόνος παράγοντας να νεκρώνεται ή να αδρανοποιείται, ενώ διατηρείται η βλαστητική ικανότητα τού σπόρου
β) «παλαίωση κεφαλαίου»
(οικον.) μείωση τής αξίας τών πάγιων περιουσιακών στοιχείων, που οφείλεται στη μακροχρόνια χρήση τους
νεοελλ.-μσν.
η απώλεια τής ιδιότητας τού νέου με το πέρασμα τού χρόνου, φθορά, πάλιωμα
μσν.-αρχ.
(σχετικά με το κρασί) η διατήρηση για πολύ χρόνο
αρχ.
1. (για φαρμακευτικά βότανα) ωρίμαση
2. (για κατοικία) ερήμωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek

  • σπόρος — ο, ΝΜΑ 1. η πράξη και το αποτέλεσμα τού σπείρω, η σπορά, το σπάρσιμο (α. «άρχισε νωρίς νωρίς ο σπόρος» β. «καὶ γὰρ νεατὸς καὶ σπόρος καὶ φυτεία... ὑπαίθρια... ἔργα ἐστίν», Ξεν.) 2. καθετί που σπέρνεται στη γη για να βλαστήσει, το σπέρμα… …   Dictionary of Greek

  • σιλικόνες — Γενική ονομασία μιας ομάδας οργανο πυριτικών υψηλο πολυμερών ενώσεων η οποία, από άποψη δομής, βασίζεται σ’ ένα σκελετό σχηματισμένο με δεσμούς πυρίτιο οξυγόνο και πυρίτιο άνθρακας. Ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα αρχικά μονομερή και τις συνθήκες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.